σελιδες

4/3/08

«δέσμιοι» των εναλλακτικών λύσεων

Ο στρατηγός Ξιανγκ Γου έκαψε τα πλοία και κατέστρεψε τις κατσαρόλες των ανδρών του για να αφοσιωθούν στο μοναδικό στόχο, την προέλαση

The New York Times

Την επόμενη φορά που θα προσπαθήσετε να ιεραρχήσετε τις λύσεις που ανοίγονται μπροστά σας, που θα προσπαθήσετε να κάνετε μια επιλογή -ποιο φίλο να συναντήσετε, ποιο σπίτι να αγοράσετε ή ακόμα ποια σταδιοδρομία να ακολουθήσετε- αναρωτηθείτε απλά τι θα έκανε στη θέση σας ο Ξιανγκ Γου.

Ποιος είναι ο Ξιανγκ Γου; Ηταν ένας Κινέζος στρατηγός του 3ου π.Χ., που αφού οδήγησε τα στρατεύματά του στην αντίπερα όχθη του ποταμού Γιανγκτσέ, στην περιοχή των εχθρών, έκανε ένα πείραμα για να προάγει την ικανότητα των οπλιτών του να λαμβάνουν αποφάσεις: κατέστρεψε τα σκεύη όπου ετοίμαζαν το συσσίτιό τους και έκαψε τα πλοία τους. Οπως τους εξήγησε, ήθελε με αυτό τον τρόπο να τους βοηθήσει να επικεντρωθούν στο μοναδικό ορθό δρόμο: στην προέλαση.

Είναι απολύτως βέβαιο ότι η αιτιολόγησή του δεν εκτιμήθηκε από τους στρατιώτες που είδαν τη μοναδική δυνατότητα οπισθοχώρησης που διέθεταν -και άρα σωτηρίας- να παραδίδεται στις φλόγες. Ομως, ο Ξιανγκ Γου δικαιώθηκε, τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στα μάτια των ερευνητών που ασχολούνται με τις κοινωνικές επιστήμες.

Ο Κινέζος στρατηγός είναι ένα από τα πρότυπα που χρησιμοποιεί στο νέο του βιβλίο «Predictably Irrational» (Προβλεπόμενα παράλογος), ο Νταν Αριελί, καθηγητής Οικονομικών της Συμπεριφοράς στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ). Πρόκειται για ένα βιβλίο διασκεδαστικό και ταυτόχρονα διδακτικό, που πραγματεύεται τις ανθρώπινες αδυναμίες, μεταξύ των οποίων και η εμμονή μας να διατηρούμε όλες τις εναλλακτικές λύσεις, να μην αποκλείουμε κανέναν δρόμο που ανοίγεται μπροστά μας. Ο στρατηγός Ξιανγκ Γου αποτελεί μια σπάνια εξαίρεση του κανόνα, ήταν ένας πολεμιστής που κέρδισε στα πεδία των μαχών απλώς και μόνον διότι ήταν «απρόβλεπτα λογικός».

Φυσικά, οι περισσότεροι δεν καλούμεθα να λάβουμε τόσο οδυνηρές και τόσο σκληρές αποφάσεις.

Ούτε καν οι φοιτητές στον «Ναό της Λογικής», στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης δεν το τολμούν. Οπως αποδείχθηκε πειραματικά, εκατοντάδες φοιτητές δεν κατάφεραν να αποκλείσουν κάποιες εναλλακτικές λύσεις, παρότι έβλεπαν ότι η στρατηγική τους ήταν ανόητη και επιζήμια.

Τα πειράματα δεν ήταν παρά μια μορφή παιχνιδιού κατά το οποίο σιγά σιγά ο παίκτης ξεγυμνωνόταν από τις δικαιολογίες που συνήθως χρησιμοποιούμε για να αφήσουμε ανοικτούς όλους τους δρόμους, για να μην θάψουμε τίποτα στο παρελθόν. Μπορεί, ας πούμε, να μην γνωρίζουμε με ποιο τρόπο λειτουργεί ένας εξειδικευμένος τύπος φλας φωτογραφικής μηχανής, αλλά πείθουμε τον εαυτό μας ότι «καλό θα ήταν» να αγοράσουμε μηχανή που το διαθέτει, μήπως και χρειαστεί.

Ισως, πάλι, τίποτα να μην μας ενώνει, πια, με τον άνθρωπο που μας τηλεφωνεί και όμως αδυνατούμε να πούμε «φτάνει πια» και να θάψουμε οριστικά τη σχέση στο παρελθόν.

Τα παιδιά μας εξαντλούνται από την κόπωση λόγω του φόρτου των εξωσχολικών μαθημάτων: το κολύμπι, το μπαλέτο, το πιάνο, τα κινέζικα. Κι όμως, επ’ ουδενί, δεν θα τους επιτρέψουμε να παρατήσουν το πιάνο. «Μπορεί μελλοντικά να χρησιμεύσει. Πού να ξέρει κανείς», σκεφτόμαστε.

Πείραμα στρατηγικής

Οι φοιτητές του ΜΙΤ έπαιξαν ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι για το οποίο αμείβονταν με χρήματα, αφού τα αναζητούσαν πίσω από τρεις πόρτες που εμφανίζονταν στην οθόνη τους. (Μπορείτε αν θελετε να δοκιμάσετε την τύχη σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://tierneylab.blogs.nytimes.com/2008/02/20/play-the-door-game).

Αρχικά άνοιγαν μια πόρτα πατώντας με τον κέρσορα πάνω στην εικόνα της. Με κάθε επόμενο πάτημα κέρδιζαν λίγα χρήματα, αλλά το ποσό διέφερε κάθε φορά. Χρησιμοποιώντας τα 100 επιτρεπόμενα χτυπήματα, ο παίκτης μπορούσε να αλλάξει δωμάτιο και να αναζητήσει υψηλότερη ανταμοιβή. Ωστόσο, με κάθε αλλαγή δωματίου δαπανούσε και ένα από τα «χτυπήματα», τις ευκαιρίες, που θα του επέτρεπαν να ανοίξει μια πόρτα.

Η καλύτερη στρατηγική ήταν να δοκιμάσει την τύχη του και στα τρία δωμάτια και να παραμείνει σε αυτό όπου υπήρχαν οι υψηλότερες ανταμοιβές. Ακόμα, όμως, και όταν οι παίκτες κατανόησαν τη λογική του παιχνιδιού, μόλις έβλεπαν μπροστά τους κάποιο καινούργιο οπτικό ερέθισμα, μια νέα πόρτα, τα ξεχνούσαν όλα. Αν, παρέμεναν εκτός κάποιου δωματίου, η πόρτα του διαρκώς μίκραινε μέχρις ότου εξαφανιστεί εντελώς.

Οι παίκτες στην πραγματικότητα έπρεπε να αδιαφορήσουν για τις πόρτες που εξαφανίζονταν, κάτι που δεν έπραξαν. Εχασαν πάρα πολλά χτυπήματα - ευκαιρίες προσπαθώντας να ανοίξουν εκ νέου τις θύρες που εξαφανίζονταν από την οθόνη τους με αποτέλεσμα τελικώς να απολέσουν το 15% των κερδών τους. Ακόμα και όταν οι ποινές που τους επιβάλλονταν έγιναν πιο αυστηρές -δεν έχαναν μόνο το δικαίωμα ανοίγματος της πόρτας, αλλά κατέβαλαν και ένα μικρό πρόστιμο- οι φοιτητές εξακολούθησαν να χάνουν χρήματα προσπαθώντας να διατηρήσουν ανοικτές όλες τις πόρτες.

Γιατί, όμως, ήταν τόσο προσκολλημένοι σε στις πόρτες; Οι παίκτες, κατά πάσα πιθανότητα, θα μας έλεγαν ότι θα έπρεπε να διατηρήσουν όλες τις προοπτικές ανοικτές. Ομως, ο δρ Αριελί πιστεύει ότι δεν είναι αυτός ο λόγος.

Για να ανακαλύψει τα κίνητρα των φοιτητών προσέθεσε ένα ακόμα στάδιο στο πείραμα. Αυτή τη φορά ακόμα και όταν η πόρτα εξαφανιζόταν εντελώς από την οθόνη οι παίκτες μπορούσαν να την επαναφέρουν όποτε το επιθυμούσαν.

Ομως ενώ γνώριζαν ότι δεν θα τους κόστιζε τίποτα εξακολούθησαν να προσπαθούν μανιωδώς να διατηρήσουν όλες τις πόρτες στην οθόνη. Προφανώς, δεν ενδιαφέρονταν να διατηρήσουν μια «ευκαμψία» για το μέλλον. Το πραγματικό τους κίνητρο ήταν η επιθυμία να αποφύγουν τον πόνο που τους προκαλούσε η γνώση ότι μια πόρτα έκλεινε.

Η οδύνη της απώλειας «Το κλείσιμο της πόρτας θεωρούνταν απώλεια. Οι φοιτητές ήταν πρόθυμοι να καταβάλουν οποιοδήποτε τίμημα για να αποφύγουν την οδύνη που προκαλεί η απώλεια», εξηγεί ο δρ Αριελί.

Στο πείραμα, το τίμημα της συμπεριφοράς μπορούσε να μετρηθεί εύκολα. Στη ζωή, αντιθέτως, το κόστος δεν είναι τόσο προφανές, καθώς πρόκειται για χαμένο χρόνο ή χαμένες ευκαιρίες. «Αν δεν μπορείτε να παρατήσετε κάποια συγκεκριμένη εργασία στο γραφείο σας, πληρώνετε το τίμημα στο σπίτι», υποστηρίζει ο δρ Αριελί.

«Ισως να εργαζόμαστε περισσότερες ώρες», αναφέρει στο βιβλίο του «χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι η πιο τρυφερή ηλικία των παιδιών μας χάνεται χωρίς να τη χαρούμε».

Τι μπορούμε να κάνουμε για να απελευθερωθούμε από την καταστρεπτική μας φύση; «Μια απάντηση -εξηγεί ο δρ Αριελί- είναι να θέσουμε περισσότερους κοινωνικούς ελέγχους στη συμπεριφορά μας. Ενα παράδειγμα είναι ο γάμος. Οταν παντρευόμαστε δημιουργούμε μια κατάσταση κατά την οποία υποσχόμαστε τόσο στον εαυτό μας, όσο και στο κοινωνικό σύνολο, ότι δεν πρόκειται να αφήσουμε όλες τις εναλλακτικές λύσεις ανοιχτές. Κλείνουμε τις πόρτες και το αναγγέλλουμε και στην κοινωνία».

Ομως, μπορούμε να προσπαθήσουμε να πετύχουμε το ίδιο και μόνοι. Μπορούμε να κάνουμε
επιτέλους τις επιλογές μας: να παραιτηθούμε από επιτροπές, να περιορίσουμε τους καταλόγους αυτών στους οποίους στέλνουμε χριστουγεννιάτικες κάρτες, να επαναξιολογήσουμε με ποια τελικά χόμπι θα ασχοληθούμε και ποια θα εγκαταλείψουμε και τελικά να ακολουθήσουμε το παράδειγμα ανθρώπων που «έκλεισαν τις πόρτες», όπως ο στρατηγός Ξιανγκ Γου.

Ωστόσο, αν οι τακτικές που ακολούθησε ο Κινέζος στρατηγός σάς φαίνονται «σκληρές» ο δρ Αριέλι προτείνει ένα άλλο πρότυπο λογικής συμπεριφοράς: τον Ρετ Μπάτλερ, τον πρωταγωνιστή του «Οσα Παίρνει ο Ανεμος». Είναι πρότυπο λόγω της στιγμής της υπέρτατης λογικής στο τέλος της έγγαμης ζωής του. Η Σκάρλετ, όπως όλοι μας, δεν μπορεί να αντέξει τον πόνο της απώλειας, αλλά ο Ρετ αναγνωρίζει ότι ο γάμος του έχει τελειώσει και βάζει οριστικό τέλος, κλείνοντας διά παντός την πόρτα. Πραγματικά, δεν του καίγεται καρφί.

Καθημερινή Hμερομηνία δημοσίευσης: 01-03-08

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails